Τρεις δισκογραφικές και τρεις τράπερ καλούνται την Τρίτη 12 Νοεμβρίου στο ΕΣΡ να δώσουν εξηγήσεις για το περιεχόμενο της καλλιτεχνικής τους παραγωγής, για «προβολή περιεχομένου που θίγει την ηθική και πνευματική ανάπτυξη των ανηλίκων» και «υποκίνηση σε βία και μίσος», για διαφθορά της νεολαίας και των ηθών, για τεντιμποϊσμό και γενικευμένο τσογλανισμό.
Είναι αυτονόητο πως το αισθητικό, καλλιτεχνικό και πολιτισμικό περιεχόμενο της τραπ είναι, ή θα έπρεπε να είναι, παντελώς αδιάφορο για τους περισσότερους εξ’ ημών, των γουστόζικων εστέτ που ντερλικώνουμε έντεχνα πετρελαιοειδή υπό τη μορφή τσίπουρου, ενώ οι όποιες κοινωνιολογικές προεκτάσεις του ρεύματος αφορούν ως επί το πλείστον ακαδημαϊκούς συνδαιτημόνες μας με τρίχα παχιά και μπάκα γεμάτη σοφία. Μουσικά μιλώντας τα παιδιά, πλήν ελαχίστων πιθανών στατστικών εξαιρέσεων, είναι για τα μπάζα, και ο ίδιος ο θεαματικός τους μακρόκοσμος δεν είναι σπουδαιότερος ή χυδαιότερος από άλλες εκφάνσεις του κοινωνικού τέρατος που διαρκώς πρόθυμα αναπαράγουμε. Ο χυδαίος μισογυνισμός τους, η θλιβερή δουλοπρέπειά τους απένατι στο χρήμα και την χλιδή επί πιστώσει, ο πολιτισμικός τους αναλφαβητισμός τους όπως και η πέραν των ορίων της φυσιολογικής ανασφάλειας ματσίλα τους δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά τα φυσικά παράγωγα της κυνικής ανθρωποφαγίας μας.
Είναι όμως εξίσου αυτονόητο πως ένας αυθαίρετος, αναχρονικός, ανακόλουθος και υποκριτικός θεσμός όπως το ΕΣΡ το μόνο που μπορεί να πετύχει είναι για μια ακόμη η επιβεβαίωση της γελοιότητάς του και την σχεδόν τραγικά ποιητική υπενθύμιση του αδιάφορου της ύπαρξής του. Αλίμονο αν αφήναμε ποτέ έναν οργανισμό σαν το ΕΣΡ να καθορίζει την αισθητική μας, να φιλτράρει και να λογοκρίνει, να κρίνει το ορθό και να καταδικάζει το στραβό, ουέ και αλίμονο αν μια τυχάρπαστη γκρούπα βραδύμισθων ιεροξεταστών της κακιάς ώρα καθόριζε τις μουσικές μας επιλογές στο όνομα του πολιτισμού, της παιδείας και της ηθικής. Αν υπάρχει πράγματι τέτοια αγωνία για τα ολοένα ασθμαίνοντα νιάτα του τόπου, καλύτερα το κράτος να παραμερίσει και να αφήσει την πολιτεία να αγωνιστεί ελεύθερα και με σθένος στην αβάσταχτα έρημη αγορά των ιδεών, προτιμότερη πάντα η προαγωγή αυτών παρά η καταστολή τους.
Παρουσιάζεται λοιπόν μια μοναδική ευκαιρία στα τσογλάνια της τραπ να αποδειχθούν κύριοι των συγκυριών και να ξεφτιλίσουν με τρόπο εκκωφαντικό τον κατασταλτικό καθωπρεπισμό που αντιπροσωπεύει το ξεθωριασμένο σάβανο του ΕΣΡ. Το μόνο που έχουν να κάνουν είναι απλά να μην νομιμοποιήσουν το έκπτωτο αυτό ιερατείο, να το περιφρονήσουν και να μην παρουσιαστούν καν, και να απαντήσουν με εκείνο τον τρόπο που μονάχα εκείνοι ξέρουν. Με άθλια μουσικά κομμάτια, θρασύδειλα στιχάκια και ανεκπλήρωτες κόντρες έναντι δικαίων και αδίκων θα φανερώσουν την πραγματική σάπια φύση τέτοιων οργάνων. Σε τούτο το σταβλί, ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κάπρους, δεν μπορούμε παρά να είμαστε με τους άθλιους τράπερ. Τόσο αποκρουστικό είναι το ΕΣΡ, μονάχα σαν ιδέα.
Δεν είναι εύκολο να κοιτάς τον ήλιο, χαιρόμαστε το φως της ημέρας μονάχα στο πέπλο των αντανακλάσεών του, μα αν στρέψουμε το βλέμμα μας σε αυτόν κινδυνεύουμε να τραυματίσουμε τα μάτια μας, είναι κάτι που μαθαίνουμε από μωρά. Όπως αργότερα μάθαμε για την ζωοφόρα του ενέργεια, την κλιματική του συνεισφορά, την φωτοσύνθεση, τα φωτοβολταϊκά, την τρύπα του όζοντος, μέχρι και τα αντιηλιακά με τις ιριδίζουσες κηλίδες που αφήνουν στα γαλανά νερά. των ευτυχισμένων μας διακοπών. Ποτέ μας δεν μάθαμε όμως πως ο ήλιος είναι διατροφικά αρκετός, πως μονάχα με αυτόν μπορούμε να τρεφόμαστε, με αυτόν και τίποτε άλλο. Ευτυχώς δηλαδή.
Άλλωστε κάτι τόσο παράλογο δεν είναι κάτι που κάποιος μαθαίνει, είναι κάτι που κάποιος πιστεύει, είναι κάτι που ελπίζει. Κι όμως όχι, θα ήταν άδικο να κατατάξουμε μια τέτοια πρόταση ως παράλογη, όταν τόσες άλλες παράλογες προτάσεις αδειάλειπτα κυριαρχούν στις δικές τους νησίδες. Είναι άραγε η θρησκεία ή η ομοιοπαθητική παράλογες, είναι η έννοια του έθνους παράλογη, είναι το μάτι, τα NFTs και τα ζώδια παράλογα, είναι το γήπεδο, είναι κάθε θεωρία, μα κάθε θεωρία συνωμοσίας, είναι τα τσάκρα, το πεπρωμένο, είναι ο έρωτας, είναι όλα αυτά παράλογα;
Ναι είναι.
Όμως ο κόσμος ο ίδιος είναι εξίσου παράλογος, όσο άλλωστε και η κυνική υπόθεση πως μπορεί μονάχα και αποκλειστικά μια ορθολογική προσέγγιση να τον εξηγήσει, ή έστω να προσπαθήσει. Ο κόσμος είναι ευτυχώς παράλογος, ή πιο σωστά ανεξήγητος, άγνωστος, είτε είναι η φύση με τα άπειρα θροΐσματά της, είτε εμείς με τις βουβές κραυγές μας, ο κόσμος μας είναι εν τέλει ανεξήγητος, κι άρα γοητευτικός. Κάτι τέτοιο, κάποιους από εμάς, μας σεληνιάζει, μας οδηγεί σαν φάρος αναποφάσιστος να εξερευνούμε, να μαθαίνουμε, μονάχα για να θυμηθούμε πως αγνοούμε ακόμη περισσότερα – για τους περισσότερους από εμάς, τους καλούς και συνετούς, το άγνωστο μας καλεί και δεν μας τρομάζει. Αντιθέτως μας γοητεύει και μας μεθά, μας συγκινεί, μας παρασύρει σε ένα ταξίδι ατελείωτο, στην αναζήτηση ενός προορισμού ανύπαρκτου, μας βγάζει στο δρόμο, σε μονοπάτια ατελείωτα και με διακλαδώσεις που διαρκώς ανοίγουν, σαν δέντρο άπληστο που όσο το κλαδεύεις τόσο φουντώνει. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε.
Άλλοι όμως, ίσως να τρομάζουν πιο εύκολα.
Ίσως κάποιοι να μην αντέχουν τούτα τα ομιχλώδη πελάγη και εύκολα ναυαγούν σε ξέρες τόσο βέβαιες για το γεωγραφικό τους στίγμα, αλλαλάζοντας στα δαιμόνια για την σωτηρία τους πρωτού λιαστούν στις ζεστές αμμουδιές τούτων των μοναχικών νήσων. Ίσως κάποιοι να έχουν εξαντληθεί στις τρικυμίες της αβεβαιότητας, το δέρμα τους καμμένο στις ερήμους της αμφιβολίας, ίσως απλά θέλουν να ξεδιψάσουν με την δροσερή ειρήνη του αδιαπραγμάτευτου, ίσως κάποιοι προτιμούν την γλυκιά σκιά της πίστης. Αλήθεια, τι θα ήμαστε χωρίς αυτούς τους τρελούς, πόσο θα θάμπωνε η λάμψη των ιδιοφϋιών στεμμάτων μας; Αλίμονο αν είχαμε την πονηριά των μοχθηρών εχθρών μας, εκείνων που κρύβονται στα σκοτάδια, αλίμονο αν είχαμε την ατιμία τους και φτιάχναμε εμείς οι ίδιοι, οι καλοί, έξυπνοι, θαραλλέοι και σοφοί τις γελοίες και κακόγουστες σκέπες για τα αδύναμα και τρομαγμένα αδέλφιά μας. Αλίμονο αν νοικιάζαμε τούτες τις καλύβες στους αστέγους της απελπισίας, αυτές τις πεισματάρες ξέρες στους ναυαγούς του αγνώστου για ένα εύλογο αντίτιμο. Αλίμονο σε εμάς αν ποτέ γινόμασταν τσαρλατάνοι, κύρηκες και ειδικοί τους ψεύδους και της απάτης, αλίμονο! Ευτυχώς όμως, εκτός από πλούτο γνώσης και λεκτική ευελιξία, ξεχωρίζουμε για την ειλικρίνεια και εντιμότητά μας, μα και φυσικά για την ηθική μας ακεραιότητα. Αν είναι να είμαστε για κάτι πεποισμένοι, ας είναι για αυτό.
Δεν είναι λίγοι οι τρομαγμένοι μας φίλοι, τούτοι οι τρελοί, τους βλέπουμε γύρω μας καθημερινά, τους ακούμε και τους διαβάζουμε σε βάση καθημερινή. Είναι οι επαίτες των λεωφορείων και οι ρακοσυλλέκτες των εξόριστων επιθυμιών μας, είναι οι συμπαθητικές γιαγιούλες που με βλέμμα απλάνές είναι χαμένες σε μια πλάκα πεζοδρομίου βαστώντας σφιχτά στα χέρια μια σακούλα που ήδη το περιεχόμενο της έχουν ξεχάσει, είναι οι ιππότες του πληκτρολογίου, είναι οι φανατικοί όλων των αποχρώσεων και μυρωδιών, είναι τα χλομά πρόσωπα, πρόσωπα πρόσφορα όπου λαμπυρίζουν τα χιλιάδες χρώματα από τις οθόνες μας. Είναι οι ξεχασμένοι φίλοι μας, τα δεύτερα ξαδέρφια μας, ο περίεργος θείος κάθε κακόγουστου αστείου, είναι οι πονεμένοι μας έρωτες, είναι τα θλιμμένα αγόρια στα σκονισμένα καταγώγια, είναι οι λαμπεροί κύρηκες της οθόνης, σάβανα που ντύνουν το κενό, είναι οι σιωπηλοί που έρχονται και φεύγουν παρακαλώντας κάποιος να τους παρατηρήσει. Είναι οι φίλοι μας, τα αδέλφιά μας, είναι οι σύντροφοί μας, αλίμονο, είμαστε εμείς.
Είμαστε όλοι μας.
Όλοι μας έχουμε ένα απάγκιο, μικρότερο ή μεγαλύτερο όπου η λογική και ο κυνισμός μας ξαποσταίνουν, όλοι μας έχουμε ανάγκη από μια παύση, από μια ανάσα, μια άπλα, μια εκτόνωση, μια έκρηξη παράλογη, αντισυμβατική, αντικοινωνική, μια συνθήκη παιδικά φαντασιακή όπου της ασκούμε τον απόλυτο έλεγχο. Όσο πιο παράλογη, όσο πιο αφοριστική, όσο πιο μονολιθική αυτή η συνθήκη, τόσο πληρέστερος ο έλεγχος που ασκούμε και η ασφάλεια που απορρέει από αυτόν.
Κι αυτό είναι εντάξει.
Δεν χρειαζόμαστε υπεράσπιση, μα ούτε καταδίκη, κάθε αναλυτική εκλογίκευση δεν πρέπει να παρεξηγείται για δικαιολογία, μήτε για μια ευτελή οδό χλευασμού. Περισσότερο χρήσιμο είναι η υπενθύμιση, η σχέση μεταξύ μας, η οικειότητα της κοινής ανασφάλειας, είναι η αφορμή να έρθουμε πιο κοντά, να θυμηθούμε, να λησμονήσουμε και να λύσουμε τα μάγεια, μέχρι να τραβήξει ο καθένας μας το ταξίδι του ξανά.
Τόσος κόσμος ρε, καταλαβαίνεις; Λένε πως είναι εκατοντάδες, εκατοντάδες πνιγμένοι, το καταλαβαίνεις;
Ναι. Τι σημασία έχει;
Πας καλά; Τόσος κόσμος λέμε, σε λίγα λεπτά πνιγμένοι. Εκατοντάδες. Ξέρεις τι σημαίνει εκατοντάδες; Παιδιά, γυναίκες, άντρες, όλοι πνιγμένοι, χαμένοι.
Ξέρω να μετράω, και δεκάδες μετράω, και εκατοντάδες μετράω, και χιλιάδες μετράω, και λεπτά μετράω, και μέρες μετράω, και ότι θες μετράω, και τι με αυτό;
Δεν μπορώ να καταλάβω, με ξεπερνάει, είναι τρομερό.
Δεν μπορείς να καταλάβεις με τις εκατοντάδες, σε σοκάρει, σε πνίγει θα έλεγε κανείς, μπράβο. Μπορείς να καταλάβεις με μια όμως.
Τι;
Οι εκατοντάδες δεν έχουν ονόματα, δεν έχουν φωτογραφίες, δεν έχουν ιστορία, είναι οι εκατοντάδες που πνίγηκαν στην υγρή εκατόμβη, είναι κι από ‘κείνους, ξέρεις τώρα, άσε, ποιος να τους ξέρει, που να σου λέω. Σου έχω λοιπόν μια, μόνο μια, και όνομα έχει, και φωτογραφίες έχει, και ότι θες έχει, άδικος θάνατος κανονικός.
Ήταν σε ‘κείνο το σαπιοκάραβο;
Όχι, εκείνη ήταν στο νησί, δεν την πνίξαμε εμείς.
Δεν σε καταλαβαίνω.
Δεν καταλαβαίνεις με εκατοντάδες, δεν καταλαβαίνεις με μια, τι να σε κάνω πια.
Ποιες εκατοντάδες;
Σε καλό δρόμο είσαι, δόξα τον θεό, ήταν όμορφη, και νέα. Γυναικοκτονία το λένε.
Γιατί το κάνουν; Γιατί τις σκοτώνουμε;
Το σκυλί το λυσσασμένο, όταν δαγκώνει, τότε έχεις απορίες;
Όχι.
Τότε τι ρωτάς;
Προσπαθώ να καταλάβω.
Τι να καταλάβεις μωρέ, εδώ δεν θυμάσαι τους εκατοντάδες.
Ποιους εκατοντάδες;
Ακριβώς. Που πνιγήκανε.
Δεν ξέρουμε ακόμη.
Ναι σωστά, ψάχνουμε μια εβδομάδα, κάναμε ότι μπορούσαμε κύριε, εξαντλήσαμε κάθε δυνατότητα και πιθανότητα, και στο τέλος έχουμε μια μικρή, αναμνηστική συλλογή σωρών.
Τους βρήκανε δηλαδή;
Ποιους;
Αυτούς στο υποβρύχιο.
Αυτούς; Αυτούς όχι ακόμα, προτρέχεις. Αλλά τους ψάχνουν κι αυτούς, πέντε όλους κι όλους, επιχείρηση μεγάλη, καλό νταβαντούρι.
Λες να τους βρουν;
Ποιους πάλι;
Αυτούς στο υποβρύχιο.
Α αυτούς. Τι να σου πω; Αν τους βρίσκανε, θα ‘χε πλάκα.
Που πιο σύνηθες να δει κανείς σημαίες, μπαντιέρες, αν όχι στον πόλεμο; Ειδικά στην αρχή του, αργότερα τα πράματα θολώνουν, τα σιρίτια πετάγονται, όλα γίνονται γκρίζα και καφέ μέσα στο ομιχλώδες τοπίο που μονάχα την επιβίωση υπαγορεύει. Μα να τα φοβάστε αυτά τα πανιά, τις σημαίες κεντημένες με τα σύμβολα, ειδικά να φοβάστε τις καθαρές, εκείνες που μακριά από βουνά και ξέρες, αμέριμνα κυκλοφορούν μέσα στις πόλεις και τα σχολεία. Ακόμα χειρότερες είναι οι μικρές – όσο πιο μικρή μια σημαία, τόσο πιο επικίνδυνη και φαρμακερή!
Οι σημαίες προτού ποτιστούν με αίμα, είναι νωτισμένες με ψέματα, κίβδηλες φιλοδοξίες φαντασμάτων μακρινών και βουβές αδικίες, σκοπός τους να μπλέξουν στις δηλητηριώδεις κλωστές τους νέους και γέρους, αθώους και ενόχους, μα κυρίως φαντασίες παιδικές και αναμνήσεις γλυκιές. Πρώτα τυλίγουν τις καρδιές και τα μυαλά των θυμάτων τους, έπειτα τα μάτια τους, τα θαμπώνουν με τα χρώματα και τα σχέδιά τους, τα συσκοτίζουν, και αφού στο τέλος δεν μείνει τίποτα από όλα αυτά, πράξη τους τελευταία και προσβλητική, τυλίγουν τα άψυχα κορμιά τους σαν φίδια την τροφή τους.
Καλύτερες λοιπόν οι παρατημένες σημαίες των δειλών, ή ακόμα οι συσκευασμένες στην ζελατίνες τους, ή τυλιγμένες σε κάποιες κούτες σε κάποια βιοτεχνία που παραδοσιακά από γενιά σε γενιά κάνει αυτή τη δουλειά, καλύτερα οι κουρελισμένες, οι σκισμένες, τυχεροί οι τυφλοί που δεν βλέπουν καμία.
Εν μέσω της θεαματικής προβολής των Large Language Models και του Generative Artificial Intelligence με το ChatGTP στο επίκεντρο, αναπόφευκτα θα παρεισφρήσουν αναγνώσεις που στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι ανεδαφικές ή εσφαλμένες λόγω της άγνοιάς τους, και στην χειρότερη ακραίες, υστερικές, γελοίες, συνωμοσιολογικές ακόμη και παραπλανητικές. Μιας εξ’ αυτών είναι η νεκρανάσταση(1) του διαβόητου simulation theory, που δεν είναι καν θεωρία, αλλά υπόθεση(2), που δηλαδή είναι το ένα τρίτο μιας υπόθεσης που διατύπωσε ο καθηγητής φιλοσοφίας Nick Bostrom το μακρινό 2003.
Εν συντομία, η υπόθεσή του Bostrom εικάζει πως αν φανταστούμε έναν πολιτισμό σαν το δικό μας που έχει την δυνατότητα να αποκτήσει την υπολογιστική ισχύ και την αλγοριθμική ικανότητα να προσομοιάσει την πραγματικότητα όπως την γνωρίζουμε, τότε υπάρχουν τρεις πιθανότητες εκ των οποίων μπορεί να ισχύει μονάχα μια:
α) Ο πολιτισμός έχει εξαφανιστεί πριν προλάβει να αποκτήσει την δυνατότητα προσομοίωσης.
β) Ο πολιτισμός δεν έχει λόγο να πραγματοποιήσει την προσομοίωση.
γ) Είναι πολύ πιθανό να ζούμε σε μια προσομοίωση, δηλαδή ο εν λόγω πολιτισμός έχει ήδη υπάρξει και προσομοιάζει το ιστορικό του παρελθόν, την πραγματικότητα την οποία ζούμε.
Η υπόθεση του Bostrom είναι βέβαια τόσο άχρηστη όσο είναι και λογική, και είναι δυστυχώς αναμενόμενο πολλοί να εστιάζουν στο τρίτο και πιο θεαματικό μέρος της υπόθεσης, παρά τα δύο πρώτα, τα οποία ούτε μια μικρή παράγραφο δίπλα στις αναγγελίες γάμων δεν θα μπορούσαν να διεκδικήσουν. Το ένα τρίτο λοιπόν μιας υπόθεσης γίνεται θεωρία, όλοι οι τεχνότροποι (ο συνήθης ύποπτος Elon Musk είναι fan του Bostrom) εστιάζουν αποκλειστικά στο τεχνολογικό ζήτημα (στο πως) της προσομοίωσης της πραγματικότητας, και όχι στα ζητήματα πρόσληψης, αναπαράστασης και θεώρησής της, διακυβεύματα που παραδόξως οι αδερφές Wachowski προσπάθησαν να διαπραγματευτούν στην ταινία τους The Matrix όταν ήταν ακόμα αδέρφια, χρησιμοποιώντας την τεχνολογία ως υπόβαθρο παρά σαν άξονα.
Δεν είναι απίθανο οι αδελφές Wachowski να είχαν διαβάσει Πλάτωνα και την ρημαδοσπηλιά του, ή τον άλλο τον Γάλλο που ένα σωστό είπε όσο μας περιέγραφε το σαλόνι του, ή ακόμα ίσως και το 1984 του George Orwell ώστε να συνθέσουν το αφήγημά τους. Αντιθέτως, οι θιασώτες του simulation theory δεν μπήκαν καν στον ελάχιστο κόπο της θεολογικής κοσμολογίας βολικά επιλέγοντας να επιλύσουν κυκλικά το θεμελιώδες ερώτημα δια της προσομοίωσης, ενώ ταυτόχρονα χαίρουν του ασύλου του αδυνάτου της απόδειξης ενός αρνητικού, σε αντιστοιχία της κατάφασης της ανυπαρξίας του θεού ή των ελοχίμ άλλωστε.
Τέτοιες όμως, συχνά εσκεμμένες, παρανοήσεις αποπροσανατολίζουν από τις πραγματικές προκλήσεις και ερωτήσεις που ενώ ανακύπτουν από την διαρκή εξέλιξή μας, δεν είναι καθόλου καινούριες στην φύση τους. Επί παραδείγματι, το ερώτημα δεν είναι αν ζούμε ή όχι σε μια προσομοίωση, ερώτημα αδιάφορο εν τέλει αν δεν υπάρχει κάποια δυνατότητα να βγούμε από αυτή, αλλά πως και με ποιους όρους διαπραγματευόμαστε την πραγματικότητα την οποία ζούμε, διαπραγμάτευση η οποία εν πολλοίς είναι άσχετη με της δομική φύση της πραγματικότητας. Άλλωστε η πραγματικότητα την οποία βιώνει ο καθένας μας εμπεριέχει μια ισχυρή υποκειμενική διάσταση η οποία με την σειρά της παράγει τόσο διαχωρισμούς και συγκρούσεις, όσο δεσμούς και κοινότητες. Γνωρίζουμε πολύ καλύτερα από τους τεχνο-νεολογισμούς πως, αν είμαστε τυχεροί, ο καθένας μας ζει την δική του αλήθεια και την δική του παραίσθηση, την δική του αναπαράσταση και το δικό του ψέμα, παραδοχή με την οποία η τέχνη και η θρησκεία συνωμοτικά συμφωνούν. Κι αν είμαστε λιγότερο τυχεροί, είματε ήδη στην λάθος πλευράς της υπόγειας σκηνής και καταναλώνουμε μια κάποια πραγματικότητα, αρκετή, την οποία την νομίζουμε για δική μας. Η πραγματικότητα per se, με την υλική της μορφή, αποτελεί μονάχα την αρχή, την πρώτη ύλη με την οποία πλάθουμε την αλήθεια και το ψέμα, παρόλο που ομολογουμένως αυτή η μορφή είναι κυρίαρχη και καταδυναστευτική για τους περισσότερους.
Αντίστοιχα, το ερώτημα δεν είναι τόσο ο τρόμος της αλγοριθμικής παραγωγής διανοητικού και πνευματικού περιεχομένου, αλλά η απάνθρωπη μηχανική εργαλειοποίηση της εργασίας παράγει αυτό το περιεχόμενο, σε αντιστοιχία με την χειρωνακτική παλαιότερα, που οδηγεί στην εύκολη αλγοριθμική αναπαραγωγή της με την ανάλογη αύξηση παραγωγικότητας. Είναι η αντίληψή μας για το πως διακρίνουμε και οργανώνουμε την πληροφορία από την γνώση, την σκέψη από την αίσθηση, είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την εργασία και την παραγωγή αξίας. Ρομπότ σημαίνει κυριολεκτικά εργάτης, όπως ακριβώς οι πρώτοι υπολογιστές ήταν άνθρωποι και όχι ολοκληρωμένα κυκλώματα, κι αν ένας αλγόριθμος μπορεί να φτιάξει ένα μουσικό κομμάτι που να θυμίζει Drake(3), αυτό λέει πολλά περισσότερα για το πως ακούμε, ή πιο σωστά καταναλώνουμε, μουσική και για το πως παράγει μουσική ο Drake, παρά κάτι για τον ίδιο τον ίδιο τον Aubrey Drake Graham (το όνομα πίσω από την περσόνα). Αν μή τι άλλο, αν οφείλεται κάπου η μετριότητα αυτού του κειμένου, είναι επειδή είναι γραμμένο από άνθρωπο, και όχι από έναν αλγόριθμο.
Συνεχίζοντας στην μουσική, όταν του παρουσίασαν μια αλγοριθμική στιχουργική απόπειρα αντίστοιχη των δικών του, o Nick Cave, ορθά αντέτεινε(4) πως δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση ένας υπολογιστής να φτιάξει ένα κομμάτι σαν τα δικά του διότι απλά στειρείται ψυχής. Και έχει απόλυτο δίκιο. Όσο δεν υπάρχει μια αυτόνομη, αυτόβουλη τεχνητή νοημοσύνη που να έχει φτάσει το περίφημο singularity, δηλαδή την μοναδικότητα της συνείδησης, συνθήκη η οποία μας χαρακτηρίζει και μας καταδιώκει, όσο σύνθετο κι αν είναι ένα αλγοριθμικό κατασκεύασμα, δεν παύει να στερείται σκοπού, επιθυμιών, απογοητεύσεων, περιέργειας, αναμνήσεων, μετάνοιας, φαντασίας, ιστοριών, τραυμάτων, ονείρων, αμφιβολιών, παθών, τρόμου και ελπίδας. Δεν είναι παρά ένα εργαλείο, όπως τόσα άλλα που λιγότερο ή περισσότερο μετασχηματοποίησαν τους πολιτισμούς και τις κοινωνίες μας, ποτέ όμως με όρους τεχνολογικούς, αλλά με τους ιστορικά γνωστούς όρους κοινωνικών συσχετισμών, πρόσβασης, κυριότητας και εξουσίας.
Οι βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες αλλαγές που η ευρεία χρήση της τεχνητής νοημοσύνης θα προκαλέσει δεν πρέπει φυσικά να υποτιμούνται, όπως όμως δεν πρέπει να προεκτείνονται σε δυστοπικές υστερίες πρόσκαιρων φουτουριστών των οποίων οι προβλέψεις ωχριούν μπροστά και στην πιο γενική μπαρουφολογία του αστρολόγου της γειτονιάς σας. Ένας πιθανός οδηγός θα μπορούσε να είναι η ιστορία της πληροφορικής και του internet(5), της οποίας την συνέχεια παρατηρούμε και ζούμε, μια ιστορία γεμάτη με αντιφάσεις, και πυκνή τόσο με πρόσωπα και κινήματα που συμμετείχαν στην εξέλιξη και διάδοση των μέσων και των ιδεών, όσο και με σχηματισμούς που αναπόφευκτα περιχαράκωσαν και εκμεταλλεύτηκαν τις ίδιες ακριβώς ιδέες. Ένα άλλο πρόσφατο παράδειγμα στο οποίο θα μπορούσαμε να στραφούμε είναι οι πρώτες πανδημικές καραντίνες, κατά την διάρκεια των οποίων υπήρξε ραγδαία όσο και σύντομη επανιεράρχηση της κοινωνικής κατανομής της εργασίας.
Επιστρέφουμε λοιπόν σε κάτι που μας είναι γνωστό από πάντα, πως δεν υπάρχει κάποιο εργαλείο που να είναι τρομερό ή επικίνδυνο, σωτήριο ή άπειρο, δεν υπάρχει αντικείμενο ή κατασκεύασμα με ηθικό πρόσημο, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι με προθέσεις, αδυναμίες, συμφέροντα, υπάρχουν άνθρωποι με κίνητρα, υποχρεώσεις, φιλοδοξίες, άνθρωποι που επιλέγουν και αποφασίζουν, άνθρωποι με ευθύνες και φοβίες, άνθρωποι, άνθρωποι που ζουν και πεθαίνουν, όχι μερικά εκατομμύρια γραμμές κώδικα που προέκυψαν από πενήντα και χρόνια έρευνας. Άνθρωποι.
υ.γ. Ναι, οι εικόνες είναι φτιαγμένες με το Midjourney.
Θυμόμαστε άραγε πότε έγινε το δυστύχημα στα Τέμπη, πόσοι πέθαναν, πόσοι επιβίωσαν χαραγμένοι για την υπόλοιπη ζωή τους; Στις 28 Φεβρουαρίου έγινε, τα σαράντα πέρασαν ήδη. Ο θυμός και το ανάθεμα ήταν τόσο διάχυτα που απλώθηκαν μέχρι και στις ανάλαφρες όσο και ανάλατες εκπομπές της πρωινής και μεσημεριανής ζώνης, μια ιδιάζουσα ποικιλία των ηλεκτρονικών και ψηφιακών σκουληκιών που τρώνε τις σάρκες μας, ζωντανών και νεκρών. Φυσικά τίποτα δεν άλλαξε, και ούτε πρόκειται, άλλωστε δεν χρειάζεται.
Μια απλή ανάγνωση των συνθηκών διακίνησης εμπορευμάτων και ανθρώπων πάνω στις λιγοστές ράγες υπονοεί πως υπάρχουν άφαντοι μηχανισμοί και άνθρωποι που έχουν αποτρέψει περισσότερες, ακόμη και χειρότερες τραγωδίες, ένα αόρατο χέρι που εν τέλει όλα τα ρυθμίζει, ένα χέρι από μόνο του αρύθμιστο. Και πως δηλαδή να θυμόμαστε το δυστύχημα στα Τέμπη, όταν έχουμε ήδη ξεχάσει την πανδημία; Την ίδια εβδομάδα του δυστυχήματος, περισσότερος κόσμος πέθανε από κορονοϊό (1) – μια αδόκιμη και άδικη ίσως σύγκριση, ειδικά αν αναλογιστούμε το νεαρό της ηλικίας πολλών εκ των θυμάτων των Τεμπών και της βίαιης φύσης του θανάτου τους.
Το αποτέλεσμα όμως παραμένει το ίδιο. Όπως καλώς ή κακώς κανονικοποιήθηκε μια από τις στατιστικά χειρότερες υπερβάλλουσες θνησιμότητες (2), έτσι γοργά ξεχάστηκε ένα τραγικό γεγονός που όφειλε να εξεγείρει το θυμικό μας και να σηματοδοτήσει την συμβολική μας γλώσσα. Φυσικά όλα τα προβλεπόμενα έγιναν, οι πορείες, τα δάκρυα, οι παραιτήσεις, οι εκτείνοντες δείκτες, οι εξαγγελίες, μέχρι και πόρισμα προσφάτως (3), μα τίποτα δεν μένει, η σύγχρονη συμπύκνωση του χρόνου έχει ήδη αρχειοθετήσει το δυστύχημα στα βάθη του. Σε κάποια γωνία κάποιου σαλονιού κάποιου αρχοντικού, κοινωνικοί επιστήμονες και επικοινωνιολόγοι πίνουν το σέρι τους απορημένοι αν πρέπει να νιώθουν ντροπή ή περηφάνια. Εμείς όμως; Εμείς σε ποιό σημείο του νήματος ακροβατούμε;
Εμείς δεν το σκεφτόμαστε καν, τέτοια είναι η ζωή, έχουμε αναμενόμενα προχωρήσει, ή πιο σωστά έχουμε υποχωρήσει, έχουμε επιστρέψει στην ‘κανονικότητα’ της ‘καθημερινότητας’, δύο ανύπαρκτες συνθήκες που μόνο ο εξίσου ανύπαρκτος ‘μέσος’ άνθρωπος μπορεί να βιώσει. Διότι το να προχωράς, το να συνεχίζεις δεν είναι ασυμβίβαστο με την μνήμη, εν προκειμένω με την συλλογική μνήμη, αυτή άλλωστε είναι ο συνδετικός ιστός της πορείας μας. Κι όμως το δυστύχημα των Τεμπών έχει ήδη αποσυρθεί στις ιστορικές υποσημειώσεις, μια τραγική συγκυρία, σαν όλες τις άλλες, σαν το Μάτι, το Σάμινα, την Μάνδρα, την Ηλεία, σκόρπιες στον χρόνο, το κακό που άδικα μας θυμάται, και εμείς βιαστικά το ξεχνάμε.
Το τραύμα ανοίχτηκε σε κοινή, δημόσια θέα, στιγμιαία αποτυπωμένο από πολλαπλές γωνίες λήψης και άποψης, θλιβερά όσο και προβλέψιμα διαμεσολαβημένο από ψευδεπίγραφα τελετουργικά και πρόθυμους δημοσιολόγους. Αντί για βάθος, το θέαμα εξαντλείται στο εύρος, πνίγοντας τον χρόνο που χρειάζεται η σκέψη μας να ανασάνει, μέχρι φυσικά να κουράσει και να προχωρήσει στην επόμενη διέγερση των αισθήσεων και του νου μας, το τραύμα καυτηριάζεται καθολικά, το σώμα τυλίγεται στο σάβανο της συλλογικής αμνησίας. Ο θάνατος γίνεται απότομα πάλι ιδιωτική υπόθεση, όπως ακριβώς οι πρώτοι θάνατοι της πανδημίας τρόμαζαν καθολικά, και τώρα ήσυχα και ενδημικά διεκπεραιώνονται στα νοσοκομεία της χώρας και στα σπίτια μας.
Η δημόσια μνήμη λοιπόν εξοφλεί το συναισθηματικό μας χρέος, ανακουφίζει το θυμικό μας, και επανατοποθετεί το ιδιωτικό ένθεν κακείθεν. Το πένθος από τη μια τυλιγμένο στην σιωπή με την αντίστοιχη οφειλόμενη διακριτικότητα την οποία πρόσκαιρα αμελήσαμε, και το εξουθενωμένο από την στιγμιαία οργή ιδιωτικό συμφέρον από την άλλη – πιο απλά δεν προλαβαίνουμε ούτε καν να ενδιαφερθούμε, δεν προλαβαίνουμε ούτε καν να κάνουμε μια απλή άσκηση ενσυναίσθησης, δεν προλαβαίνουμε να αφήσουμε το τραύμα να επουλώσει μόνο του και να χαράξει την συλλογική μας μνήμη, δεν προλαβαίνουμε να θυμηθούμε. Κραυγάζουμε όταν θα έπρεπε να σιωπούμε, και σωπαίνουμε όταν πρέπει να πράττουμε, το συλλογικό αποβάλλεται πριν καν την γέννησή του. Το δημόσιο έκανε το καθήκον του, κι εμείς το καταναλώσαμε, ίσως αυτό να είναι το νέο μας κοινό, η ομογενοποίησή μας σαν θεατές, ένα τσουβάλι ιδιώτες, μέχρι το κακό να βρει εμάς και να μείνουμε ιδιώτες μόνοι.